Τα φάρμακα τύπου Ozempic συνδέονται με χαμηλότερη επιθετικότητα - Τι λέει νέα μελέτη
Νέα δεδομένα συνδέουν τα φάρμακα για διαβήτη και παχυσαρκία με χαμηλότερη πιθανότητα επιθετικής συμπεριφοράς.
Τα φάρμακα GLP-1 (όπως η σεμαγλουτίδη και η λιραγλουτίδη) έχουν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλή τα τελευταία χρόνια για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2 και της παχυσαρκίας. Τώρα μια επιστημονική ομάδα υποστηρίζει ότι μπορεί να έχουν μια απρόσμενη επίδραση: να μειώνουν την πιθανότητα βίαιης ή επιθετικής συμπεριφοράς σε ορισμένους ανθρώπους.
Στη μελέτη, που βασίστηκε σε αντιπροσωπευτικά δεδομένα, διαπιστώνεται ότι οι ενήλικες που χρησιμοποιούν αυτή την κατηγορία φαρμάκων εμφανίζουν σημαντικά λιγότερη πιθανότητα για παρορμητικότητα και κατανάλωση αλκοόλ που οδηγεί σε λιγότερη βίαιη συμπεριφορά. Με απλά λόγια, ακόμη κι όταν κάποιος είναι παρορμητικός ή πίνει αλκοόλ, η πιθανότητα να εμπλακεί σε βίαιη πράξη φαίνεται να είναι χαμηλότερη αν λαμβάνει GLP-1 φάρμακα.
Τι είναι τα GLP-1 φάρμακα και γιατί μελετώνται
Τα GLP-1 φάρμακα αναπτύχθηκαν αρχικά για τη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα σε άτομα με διαβήτη. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι βοηθούν και στην απώλεια βάρους, μειώνοντας την όρεξη και επηρεάζοντας το αίσθημα κορεσμού. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η επιστημονική έρευνα έχει αρχίσει να εξετάζει κάτι πιο ευρύ: πιθανές επιδράσεις στον εγκέφαλο και στη συμπεριφορά. Ορισμένες μελέτες έχουν δείξει ότι αυτά τα φάρμακα μπορεί να επηρεάζουν τα συστήματα ανταμοιβής του εγκεφάλου, δηλαδή τα κυκλώματα που σχετίζονται με την επιθυμία, τον αυτοέλεγχο και την παρόρμηση. Αυτό έχει οδηγήσει τους επιστήμονες να εξετάζουν αν τα GLP-1 φάρμακα μπορεί να επηρεάζουν και συμπεριφορές όπως εξάρτηση από ουσίες, παρορμητική κατανάλωση αλκοόλ ή ακόμη και επιθετικότητα.
Πώς έγινε η μελέτη
Η νέα έρευνα βασίστηκε σε ένα μεγάλο δείγμα 7.521 ενηλίκων στις ΗΠΑ, που συμμετείχαν σε εθνική έρευνα το 2025. Από αυτούς, 821 είχαν χρησιμοποιήσει κάποια στιγμή στο παρελθόν GLP-1 φάρμακα, ενώ 597 τα χρησιμοποιούσαν τη στιγμή της έρευνας και 224 τα είχαν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν. Οι συμμετέχοντες απάντησαν σε ερωτήσεις που αφορούσαν τη συμπεριφορά τους τον τελευταίο χρόνο, συμπεριλαμβάνοντας πράξεις όπως καβγάδες, απειλές ή άλλες μορφές βίαιης συμπεριφοράς. Παράλληλα, αξιολογήθηκαν χαρακτηριστικά όπως η παρορμητικότητα, η κατανάλωση αλκοόλ, αλλά και κοινωνικοδημογραφικά στοιχεία (ηλικία, εισόδημα, εκπαίδευση κ.ά.).
Για να γίνουν πιο δίκαιες οι συγκρίσεις μεταξύ των ομάδων (όσων χρησιμοποιούν και όσων δεν χρησιμοποιούν πλέον τα φάρμακα), οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στατιστικές μεθόδους που «εξισορροπούν» τις διαφορές μεταξύ των συμμετεχόντων. Στη συνέχεια, ανέλυσαν τα δεδομένα με μοντέλα που μπορούν να εκτιμήσουν πόσο συχνά εμφανίζεται μια συμπεριφορά, όπως η βίαιη πράξη, λαμβάνοντας υπόψη πολλούς παράγοντες ταυτόχρονα.
Τι βρήκαν οι ερευνητές
Τα βασικά ευρήματα της μελέτης είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Όπως ήταν αναμενόμενο, η παρορμητικότητα και η κατανάλωση αλκοόλ συνδέθηκαν ισχυρά με αυξημένο κίνδυνο βίαιης συμπεριφοράς. Όμως αυτή η σύνδεση δεν ήταν ίδια για όλους. Στα άτομα που δεν χρησιμοποιούσαν πλέον GLP-1 φάρμακα, η σχέση ήταν ισχυρή: όσο πιο παρορμητικός ή όσο περισσότερο αλκοόλ κατανάλωνε κάποιος, τόσο αυξανόταν η πιθανότητα βίαιης συμπεριφοράς.
Αντίθετα, στους ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν ενεργά τα φάρμακα, αυτή η σχέση ήταν πολύ πιο αδύναμη ή σχεδόν ανύπαρκτη. Με άλλα λόγια, η παρορμητικότητα και το αλκοόλ «έπαιζαν μικρότερο ρόλο» στην πρόβλεψη της βίας. Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι η επίδραση της παρορμητικότητας στη βίαιη συμπεριφορά ήταν περίπου 60% πιο αδύναμη στους χρήστες GLP-1 φαρμάκων σε σχέση με όσους τα είχαν σταματήσει. Για το αλκοόλ, η μείωση της επίδρασης ήταν περίπου 50%, αν και τα αποτελέσματα εδώ ήταν λιγότερο σταθερά.
Τι σημαίνουν αυτά τα αποτελέσματα
Οι επιστήμονες δεν ισχυρίζονται ότι τα φάρμακα «θεραπεύουν» τη βία ή την επιθετικότητα. Αντίθετα, προτείνουν μια πιο λεπτή εξήγηση: ότι ίσως αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο συγκεκριμένοι παράγοντες κινδύνου οδηγούν σε συμπεριφορά. Η βασική ιδέα είναι ότι τα GLP-1 φάρμακα μπορεί να επηρεάζουν το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου και τις αντιδράσεις στο στρες, μειώνοντας την ένταση της παρόρμησης σε καταστάσεις έντονου συναισθήματος ή επιθυμίας. Έτσι, ένας παρορμητικός άνθρωπος ή κάποιος που έχει πιει αλκοόλ δεν «χάνει» απαραίτητα τον κίνδυνο, αλλά ίσως να έχει μεγαλύτερη ικανότητα αυτοελέγχου τη στιγμή της έντασης.
Τι κρατά η επιστήμη
Παρά τους όποιους περιορισμούς, η μελέτη ανοίγει ένα νέο και αρκετά ασυνήθιστο ερευνητικό πεδίο: τη σχέση φαρμάκων μεταβολισμού με συμπεριφορές όπως με την παρορμητικότητα και την επιθετικότητα. Αν τα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερες μελέτες, θα μπορούσαν να αλλάξουν τον τρόπο που βλέπουμε ορισμένες κατηγορίες φαρμάκων: όχι μόνο ως εργαλεία για το σάκχαρο ή το βάρος, αλλά και ως παρεμβάσεις που επηρεάζουν ευρύτερα τη συμπεριφορά.